Άρθρα

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, ΑΓ. ΌΡΟΥΣ, ΠΑΝΟΣ. ΑΡΧΙΜ. Κ. ΕΦΡΑΙΜ, ΣΤΟ «ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΩΝΟΣ».

 

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ
ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, ΑΓ. ΟΡΟΥΣ,
ΠΑΝΟΣ. ΑΡΧΙΜ. κ. ΕΦΡΑΙΜ,
ΣΤΟ «ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΩΝΟΣ».

114 6263 

«Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὡς Νηπτικὸς Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας»

 

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο εἶναι οἱ Πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἦταν ἐκπληκτικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς. Νομίζουμε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ κάτι ἀντίστοιχο ἀκόμα καὶ σήμερα. Χιλιάδες ἐρευνητὲς ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ἐντυπωσιασμένοι ἀπὸ τὴν δράση του μένουν στὰ ἐξωτερικὰ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἐσωτερικὴ νηπτικὴ ζωὴ τοῦ Παύλου[1].

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ὁ μεγάλος «ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν», ἀλλὰ καὶ ὁ μεγάλος νηπτικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα εἶναι ὁ πρῶτος νηπτικὸς Πατέρας, ποὺ στὴν συνέχεια ἐνέπνευσε τὴν νηπτικὴ ἡσυχαστικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐσωστρέφεια σὲ ὅλους τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου καὶ στοὺς μεταγενεστέρους Πατέρες. Βέβαια στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν λεγομένων Νηπτικῶν καὶ Κοινωνικῶν Πατέρων. Ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν νηπτικοί. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ποὺ ἔκαναν τεράστιο κοινωνικό, ἱεραποστολικὸ ἔργο ἦταν ταυτόχρονα καὶ φορεῖς τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἀσκοῦσαν καὶ σύστηναν τὴν νήψη, καὶ αὐτὸ φαίνεται στὸ πρόγραμμα καὶ στὸν τρόπο ζωῆς τους, στὰ κείμενά τους καὶ τὶς ὁμιλίες τους.

            Αὐτὸς ποὺ «προέκοπτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας του, ὁ περισσοτέρως ζηλωτὴς τῶν πατρικῶν του παραδόσεων»[2] καὶ ὁ τόσο κατηρτισμένος στὴν ἑλληνικὴ σοφία, ὅταν συναντήθηκε μὲ τὸν Κύριο στὸν δρόμο πρὸς Δαμασκό, ὅπου πήγαινε γιὰ νὰ διώξει καὶ πιθανῶς νὰ σκοτώσει τὰ νέα μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἄλλαξε ἀντιδιαμετρικὰ τὴν ζωή του[3]. Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Χριστό, ἡ ἐκθαμβωτικὴ καὶ ἄρρητη θέα τοῦ φωτὸς ποὺ ἔκπεμπε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ ἔκανε τὸν τότε Σαοὺλ νὰ τυφλωθεῖ, ἔγινε ἡ ἀφορμή, ἀλλὰ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ Παύλου. Παρόλο τὸν διάλογο μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν θεραπευτικὴ ἐπέμβαση ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνανία, τὴν διαβεβαίωση ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὅτι αὐτὸς εἶναι «σκεῦος ἐκλογῆς»[4] Του, ἔπρεπε καὶ ὁ ἴδιος νὰ προετοιμαστεῖ γιὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς ἀποστολικῆς του δράσεως. Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεοπτία, τὴν συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τῆς Δαμασκοῦ καὶ τὶς ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες ποὺ θὰ ἄκουσε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνανία, ποὺ εἶχε θέση Γέροντος γιὰ τὸν τότε Σαούλ, πῆγε στὴν ἔρημο τῆς Πετραίας Ἀραβίας[5]. Βέβαια διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἀνανία «ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου»[6] συνετελέσθη ἡ δική του προσωπικὴ Πεντηκοστή, ἔπρεπε ὅμως νὰ πάει στὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου γιὰ νὰ ἀποκτήσει καλύτερη ἐπίγνωση τοῦ τί τοῦ συνέβη καὶ τῆς ἀποστολῆς του, γιὰ νὰ ἀφήσει καὶ παράδειγμα μίμησης στοὺς μεταγενεστέρους. Στὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου ἀγωνίστηκε, ἀσκήθηκε σωματικὰ καὶ πνευματικὰ γιὰ νὰ ἀφομοιώσει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

            Ἡ ἔρημος ἀνέκαθεν ἦταν καταφύγιο καὶ τροφὸς τῶν μεγάλων Προφητῶν, ὅπως τοῦ Προδρόμου καὶ τοῦ Ἠλία. Ἀλλὰ καὶ τώρα στὴν Καινὴ Διαθήκη θὰ γίνει γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ τόπος καὶ ὁ τρόπος καθάρσεως τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ πάθη. Ὁ Μέγας Βασίλειος τὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου, τὴν θεωρεῖ ὡς ἀρχὴ καθάρσεως τῆς ψυχῆς[7]. Στὴν ἔρημο εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις γιὰ ἐσωστρέφεια, τὴν στροφὴ πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ δι' ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεό[8], γιὰ προσευχή, θεωρία, αὐτογνωσία καὶ Θεογνωσία.

            Στὴν ἔρημο ἀπέκτησε ἐμπειρικὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔβαλε τὰ θεμέλια γιὰ τὴν μετέπειτα ἱεραποστολική του δράση, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν συνεχὴ μυστικὴ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, τὴν βίωση τῆς θείας Χάριτος. Ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἕνωση, ἡ βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσει ἡ ἱεραποστολή; Πῶς στὴν συνέχεια μπορεῖς νὰ κηρύττεις ἕναν Χριστό, ποὺ δὲν ἔχεις ζήσει καὶ βιώσει; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐφάρμοσε ἀπόλυτα τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, «ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν»[9]. Ἡ ἔρημος μεταμόρφωσε τὸν πρώην ζηλωτή, τὸν πλανεμένο καὶ θυμώδη σὲ ταπεινό, ἡσύχιο καὶ μέτοχο τῆς ἀπόλυτης ἀληθείας καὶ ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἂς μὴν νομίσει κάποιος ὅτι ἦταν λίγα αὐτὰ τὰ τρία χρόνια γιὰ τὴν ἀσκητικὴ προετοιμασία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ἂν θελήσει ὁ ἄνθρωπος «ἀπὸ πρωῒ ἕως ἐσπέρας»[10] φθάνει σὲ μέτρα θεῖα. Καὶ βέβαια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος αὐτὸ τὸ ἀσκητικὸ φρόνημα τὸ διατήρησε ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολές του.

            Θὰ σταθοῦμε στὴν συνέχεια στὰ στοιχεῖα αὐτά, ποὺ ἀναδεικνύουν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὡς Νηπτικὸ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ γνήσιο ἀσκητικὸ μοναχικὸ φρόνημα.

            Ὁ ἴδιος ἔδινε μεγάλη βαρύτητα στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ἐξάρτηση. Ἀμέσως μετὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ, στὸν δρόμο πρὸς τὴν Δαμασκό, πῆγε στὸν Ἀπόστολο Ἀνανία καὶ ἔκανε ἀκριβῶς ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Ἀνανίας. Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς Ἀραβίας πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ γνωριστεῖ καὶ νὰ συμβουλευθεῖ τοὺς Ἀποστόλους[11]. Ἐξιστόρησε στὸν Ἀπόστολο Πέτρο πῶς διῆγε καὶ ἔμεινε μαζί του δεκαπέντε ἡμέρες. Ἐπίσης συνομιλοῦσε καὶ συμβουλευόταν τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο αὐτὲς τὶς ἡμέρες[12]. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὶς μεγάλες περιοδεῖες του πήγαινε πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐνημέρωνε τοὺς «προκρίτους τῶν Ἀποστόλων», ἀναφερόταν δηλαδὴ σὲ αὐτοὺς γιὰ τὴν ἀποστολική του δραστηριότητα, τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἐθνῶν, ἐμφορούμενος ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐν Χριστῷ ἐξαρτήσεως καὶ ταπεινώσεως, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, «μήπως εἰς κενὸν τρέχω ἢ ἔδραμον»[13]. Γι' αὐτὸ καὶ συστήνει μέσω τῶν ἐπιστολῶν του στοὺς μαθητές του νὰ αἰχμαλωτίζουν «πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ»[14]. Νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ πείθονται στοὺς ἡγουμένους των, γιατὶ αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν γιὰ τὶς ψυχές τους καὶ αὐτοὶ θὰ ἀποδώσουν λόγο. Γιὰ αὐτὸ ἡ ὑπακοὴ σὲ αὐτοὺς θὰ πρέπει νὰ γίνεται «μετὰ χαρᾶς», ὥστε καὶ αὐτοὶ «μετὰ χαρᾶς» νὰ ἀναλαμβάνουν τὸ βάρος τῆς πνευματικῆς πατρότητος καὶ νὰ μὴν στενάζουν, νὰ μὴν στενοχωροῦνται, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν συμφέρει αὐτὸ στὰ πνευματικὰ τέκνα, «ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο»[15].

            Ἐπέμενε στὴν καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς. Γνώριζε ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται καὶ καταξιώνεται ὡς ὕπαρξη μόνο ὅταν βρεῖ τὴν ἐσωτερική του ὑπόσταση, βαθιὰ καρδιά του. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζουν ὅλα. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἐσωτερικὴ ἐν Χριστῷ ζωή, ἂν δὲν ζεῖ ἐν Χριστῷ εἶναι κούφιος, ὑποκριτής, ψεύτικος καὶ ἀδύναμος. Εἶναι σὰν ἕνα φύλλο στὸν ἄνεμο, δὲν ἔχει πνευματικὴ δύναμη γιὰ νὰ ὑπομένει τὶς δοκιμασίες, τὶς θλίψεις, τὸν σταυρὸ τῆς ζωῆς. Προέτρεπε ὅλη ἡ προσοχὴ μας νὰ εἶναι στὸν «ἔσω ἄνθρωπο»[16]. Νὰ δίνουμε τὴν προτεραιότητα στὸν ἔσω ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὰ ἐξωτερικά. Νὰ μὴν σπαταλοῦμε τὸν χρόνο μας καὶ ὅλη τὴν ἐνέργεια καὶ δραστηριότητά μας στὰ ὑλικά, στὰ γήινα ποὺ φθείρονται καὶ δὲν μένουν στὸν αἰώνα. Ὅλη ἡ ἔφεση τῆς ψυχῆς μας καὶ ὁ ἀγώνας μας νὰ ἐπικεντρώνεται στὸ πῶς ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος νὰ βελτιώνεται καὶ νὰ ἀνακαινίζεται. «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾽ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ»[17].

            Ἡ κοινωνία, ἡ ἕνωση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μὲ τὸν Χριστὸ τοῦ ἔδινε διαρκῶς αὐτὴ τὴν πνευματικὴ δύναμη καὶ ἀνακαίνιση. Εἶχε συνεχῶς τὸν Χριστὸ μέσα του, ὥστε δὲν φοβόταν καμμία θλίψη καὶ δοκιμασία. Γι' αὐτὸ μὲ παρρησία μποροῦσε νὰ ὁμολογεῖ: «Τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις, ἢ στενοχωρία, ἢ διωγμός, ἢ λιμός, ἢ γυμνότης, ἢ κίνδυνος, ἢ μάχαιρα; Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Xριστῷ Ἰησοῦ τῷ Kυρίῳ ἡμῶν»[18].

            Ὁ χριστιανὸς γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν ἐσωτερικὴ ἐν Χριστῷ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ διεξάγει ἕναν ἀγώνα κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν καὶ θελημάτων του. Ὁ Ἀπόστολος τονίζει: «Οἱ δὲ τοῦ Xριστοῦ, τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασιν καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις»[19]. Γιατί, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος νόμος «ἐν τοῖς μέλεσίν μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου, καὶ αἰχμαλωτίζοντά με τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσίν μου»[20]. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος ταλαιπωροῦσε καὶ δουλαγωγοῦσε τὸ σῶμα του «μήπως, ἄλλοις κηρύξας, αὐτὸς ἀδόκιμος γένηται»[21], ἀκόμη καὶ ἐργόχειρο ἔκανε, ἐργαζόταν μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια παρόλο ποὺ εἶχε τὴν ἐξουσία ὡς Ἀπόστολος νὰ μὴν ἐργάζεται σωματικά[22]. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ προσέχει καὶ νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του στὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, γιατὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα θὰ ἔχει αἰώνιες διαστάσεις, αἰώνια κόλαση ἢ αἰώνιο παράδεισο· δὲν θὰ ὑπάρχει κάτι ἐνδιάμεσο.

            Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου σὲ μία πανήγυρη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρακάλλου στὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ στέκεται στὸν δεσποτικὸ θρόνο καὶ νὰ τοῦ λέει: «Καὶ μία ἡμέρα νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος πάνω στὴν γῆ, ἂν δὲν προσέξει, δύναται νὰ κολασθεῖ»[23]. Τόση βαρύτητα ἔδινε ὁ Ἀπόστολος στήν ἀγωνιστικότητα, στὴν προσοχὴ ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὁ πιστὸς καὶ ἰδιαίτερα ὁ μοναχός.

            Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, πρέπει νὰ μεταμορφωθεῖ ἀπὸ «σαρκικὸς σὲ πνευματικὸς ἄνθρωπος». Ἡ σάρκα, τὸ σῶμα, ἡ ὕλη δὲν εἶναι κακὰ πράγματα, ἀφοῦ εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἔσχατα ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι μία ἑνιαία τέλεια ψυχοσωματικὴ ὀντότητα. Κακὸ εἶναι τὸ σαρκικὸ φρόνημα, οἱ ἁμαρτωλές, οἱ ἐμπαθεῖς ἐκδηλώσεις, ἐνέργειες καὶ πράξεις τῆς σάρκας. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Κορινθίους ὅτι ἀκόμη εἶναι σαρκικοί, καὶ αὐτὸ τὸ δικαιολογεῖ ὅταν τοὺς λέει: «Ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε, καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε»[24]; Οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι «κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσι», ἐνῶ οἱ πνευματικοὶ φρονοῦν «τὰ τοῦ Πνεύματος»[25]. «Τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος· τὸ δὲ φρόνημα τοῦ Πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη»[26].

            Πῶς ὅμως ξεχωρίζει ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν πνευματικό; Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος ὅτι σὲ ὅποιον ἐνοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν κάνει πνευματικό, τόσο ἁπλά[27]. Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνιστᾶ τὴν πεμπτουσία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως. Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ τονίζει ὅτι «ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νὰ ἀποκτήσομε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα»[28]. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι γιὰ αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ δὲν γεύτηκε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωή, διακυβεύεται ἡ σωτηρία του. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης θεωροῦσε ὅτι ὅλα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ἔχουν νόημα πρέπει νὰ γίνονται ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς νοερᾶς καὶ χαρισματικῆς προσευχῆς. Πίστευε ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οὐσιαστικὰ δὲν ξέρουμε νὰ προσευχόμαστε, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ μᾶς διδάξει πῶς νὰ προσευχόμαστε. «Τὸ γὰρ τὶ προσευξόμεθα καθὸ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις»[29]. Ἐπέμενε στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἐργασία ἔρχεται κάθε εὐλογία στὸν πιστό. Ἔλεγε, «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν, Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»[30]. Δηλαδὴ κάθε φορὰ ποὺ προφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἴτε μὲ τὸ στόμα μας εἴτε νοερῶς εἶναι μαζί μας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τί ἄλλο πιὸ ὄμορφο καὶ ἀνώτερο νὰ θελήσουμε; Ἔτσι μέσα στὶς καρδιές μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο κράζει «ἀββᾶ ὁ Πατήρ»[31]. Μέσα στὴν καρδιά, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, συντελεῖται τὸ γεγονὸς τῆς ἀληθινῆς καὶ ἐν πνεύματι λατρείας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ὁ φυσικὸς τόπος τῆς προσευχῆς. Οἱ πραγματικοὶ πιστοὶ «ᾄδουν καὶ ψάλλουν ἐν τῇ καρδίᾳ τῷ Κυρίῳ… λαλοῦν ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς»[32]. Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐντείνει τὴν προσπάθειά του στὸ νὰ προσεύχεται ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο σύμφωνα μὲ τὴν Παύλεια ἐντολὴ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»[33]. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μὲ αὐτὴ τὴν προτροπή του ἀναφέρεται κυρίως στὴν νοερὰ προσευχή, στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ γίνεται ἀδιάλειπτα αὐτοενεργούμενη μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ζοῦσε ὡς μοναχός, φορονοῦσε ὡς μοναχός, δίδασκε ὡς μοναχός. Τὸ Παύλειο λόγιο «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ»[34] ἀποτελεῖ τὴν συνοπτικότερη ἀλλὰ καὶ πληρέστερη περιγραφὴ τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἑρμηνεύοντας τὸ συγκεκριμμένο αὐτὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λέει ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο ἐμπερικλείονται δύο μυστήρια τοῦ Σταυροῦ γιὰ τὴν μοναχικὴ ζωή. Τὸ πρῶτο, ποὺ ἀναφέρεται στὸ «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται», συντελεῖται ὅταν ὁ μοναχὸς κάνει τὴν ἀποταγή του καὶ φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ σταυρώνεται γιὰ αὐτὸν ὁ κόσμος καὶ ἡ ἁμαρτία. Κατὰ τὸ δεύτερο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἀναφέρεται στὸ «κἀγὼ τῷ κόσμῳ», ὁ μοναχὸς σταυρώνεται γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὰ πάθη, αὐτὰ φεύγουν ἀπὸ αὐτόν[35]. Ὑπάρχει μία εἰκόνα τοῦ «Ἐσταυρωμένου Μοναχοῦ», ἴσως οἱ περισσότεροι νὰ τὴν ἔχετε δεῖ, ποὺ ἀπεικονίζεται ὁ μοναχὸς ἐσταυρωμένος, ἐνῶ γύρω του τὸν τοξεύουν τὰ ἑπτὰ πάθη τῆς κακίας καὶ στὴν βάση τοῦ σταυροῦ εἶναι γραμμένο τὸ ἐν λόγῳ λόγιο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ». Πολὺ χαρακτηριστικὴ καὶ ἐκφραστικὴ ἀπεικόνιση!

            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι αὐτὸς ποὺ κοπίασε ἴσως περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο ὥστε νὰ συγκροτηθεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀποκαλύφθηκε μὲ τόσο ἔντονο θεολογικὸ τρόπο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι μὲ τὴν «κλᾶσιν τοῦ ἄρτου», δηλαδὴ τὴν Θεία Εὐχαριστία γινόμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ, σύναιμοι καὶ σύσσωμοι Αὐτοῦ. Ὅμως ἡ μυστηριακὴ αὐτὴ Θεία Κοινωνία δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Χρειάζεται καὶ ἡ ἀνάλογη ἐσωτερικὴ προετοιμασία ἀπὸ τὸν πιστὸ γιὰ νὰ προσέλθει στὴν κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει πραγματικὴ συμμετοχὴ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία βέβαια «σημαίνεται ἐν τοῖς Μυστηρίοις»[36], δίχως ἄσκηση. Ἡ Θεία Εὐχαριστία προϋποθέτει τὴν πίστη στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι «ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως τοῦ Κυρίου, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου»[37]. Γι' αὐτὸ «δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω, καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω»[38]. Χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ στὴν προετοιμασία μας πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία, γιὰ νὰ μὴν συμβεῖ αὐτὸ ποὺ στὴν ἐποχή του σὲ μερικοὺς Κορινθίους συνέβαινε, ὅπως τὸ ὁμολογοῦσε καὶ ὁ ἴδιος, «διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι, καὶ κοιμῶνται ἱκανοί»[39].

            Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία ὁδηγοῦν τὸν χριστιανὸ ὄχι μόνο στὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη ἀλλὰ καὶ στὸν πνευματικὸ φωτισμό. Ἔτσι ὁ χριστιανὸς ὑπερβαίνει τὴν παρὰ φύση κατάσταση καὶ φθάνει στὴν κατὰ φύση, ἀλλὰ καὶ κατευθύνεται στὴν ὑπὲρ φύση κατάσταση. Ὁ φωτισμὸς ποὺ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν συνεχὴ κοινωνία καὶ ἕνωσή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα διανοητικῆς μελέτης, ὅπως τὸν νομίζουν μερικοί, ἀλλὰ ὀντολογικὸς καὶ ἐνυπόστατος. Γίνεται «ἐν προσώπῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ὁ Θεὸς «ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ»[40]. Ὅπως θὰ γράψει καὶ ἀργότερα ὁ μακάριος Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, θέλοντας νὰ μᾶς μεταφέρει τὴν δική του ἀνάλογη ἐμπειρία γιὰ τὴν φωτιστικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος: «Κατ' αὐτὴν (ἐννοεῖ τὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ) λαμβάνει φῶς γνώσεως, ἀνάγεται εἰς θεωρίαν Θεοῦ. Ὄχι φῶτα, ὄχι φαντασίες, ὄχι εἰκονισμοί· ἀλλὰ διαύγεια τοῦ νοός, καθαρότης λογισμῶν, βάθος ἐννοιῶν»[41]. Ὁ πιστὸς τότε ἀρχίζει νὰ ὁδεύει πρὸς τὴν θέωση, νὰ γεύεται τὴν ἄκτιστη μακαριότητα καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἀνεβαίνει «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν». Δίδασκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοὺς ἀγαπημένους του Κορινθίους, «ἡμεῖς πάντες, ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι, τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος»[42]. Ἔτσι ἀνέβη καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ἕως τρίτου οὐρανοῦ… ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον, καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα»[43]. Ὁ Παῦλος παρώτρυνε τοὺς μαθητές του, ὅτι δὲν ἔλαβαν «πνεῦμα δουλείας, ἀλλὰ πνεῦμα υἱοθεσίας»[44]. Γεύεται καὶ βιώνει ὁ πιστὸς τὴν υἱοθεσία του ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἔχουμε τώρα τὸν ἀρραβώνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅμως στενάζουμε τὴν «υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι»[45]. Ὁ Θεὸς Πατέρας ἔστειλε τὸν μονογενὴ Υἱό Του, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»[46]. Πρὸ καταβολῆς κόσμου μᾶς ἔχει ἐκλέξει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς ἔχει προορίσει «εἰς υἱοθεσίαν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς Αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος Αὐτοῦ»[47]. Ἡ κατάληξη τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἐσχατολογικὸς προορισμός του εἶναι ἡ υἱοθεσία του ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ θὰ γίνει καὶ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὅ,τι ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ φύση, θὰ γίνει καὶ ὁ ἄνθρωπος κατὰ Χάρη.

            Ἡ ἀσκητικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐξασφάλισε, ὅπως τονίσαμε καὶ στὴν ἀρχή, τὴν τεράστια ἐπιτυχία στὴν ἱεραποστολική του δράση. Ἐξάλλου δὲν προέβη στὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ ἐντελλόμενος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνανία, ἀπὸ τοὺς προκρίτους τῶν Ἀποστόλων. Κάτι ποὺ πρέπει νὰ γίνεται καὶ σήμερα. Κανεὶς νὰ μὴν ἀναλαμβάνει μία ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα ἂν δὲν ἔχει εὐλογία εἴτε ἀπὸ τὸν πνευματικό του, εἴτε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό του, εἴτε ἀπὸ τὸν Γέροντά του. Ὁ ἴδιος θὰ πρέπει νὰ ζεῖ τὴν ἐσωτερικὴ ἐν Χριστῷ ζωή, νὰ ἔχει καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ πάθη ἢ τουλάχιστον νὰ καθαρίζεται, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[48]. Ὅλη ἡ προσπάθεια, ὁ ἀγώνας τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἐθνῶν, στὴν ἱεραποστολὴ δὲν ἦταν νὰ αὐξηθοῦν τὰ μέλη τῆς νεοσύστατης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἦταν κυρίως αὐτὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀποκτήσουν ἐσωτερικὴ ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔργο ποὺ καταδεικνύει τὸν Ἀπόστολο ὡς ἕνα γνήσιο ἀσκητικό, νηπτικὸ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πόθος του γιὰ τοὺς μαθητές του ἦταν νὰ δώσει ὁ Θεὸς «κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης Aὐτοῦ, δυνάμει κραταιωθῆναι διὰ τοῦ Πνεύματος Αὐτοῦ εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν»[49]. Ἤθελε νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς μέσα τους καὶ ὀδυνόταν γι' αὐτό. Μὲ πόνο τοὺς ἔγραφε: «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρι οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν»[50]. Ἤθελε νὰ παραστήσει «πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[51], γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν τέλειος στὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

            Ἀξίζει κάθε ἔπαινος στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κορίνθου κ. Διονύσιο ποὺ γιὰ 11η συνεχὴ φορὰ διοργανώνει μὲ πολὺ ἐμπνευσμένο τρόπο τὰ «Παύλεια», τὶς ἑορταστικὲς αὐτὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τὴν μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ ἐδῶ στὴν Κόρινθο. Ἡ Κόρινθος εἶχε τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία νὰ φιλοξενήσει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, νὰ δεχθεῖ τὸ κήρυγμά του καὶ νὰ μεταστραφοῦν μέσω αὐτοῦ οἱ εἰδωλολάτρες τῆς πόλεως σὲ χριστιανούς. Στὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχουν συμπεριληφθεῖ καὶ οἱ δύο ὑπέροχες ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς ἀγαπημένους του Κορινθίους.

            Περιγράψαμε, κατὰ δύναμη, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὡς Νηπτικὸ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ βίου του καὶ τῶν ἐπιστολῶν του καὶ εὐχόμεθα τὸ ἀσκητικό, ἡσυχαστικὸ ἀλλὰ καὶ ἀνιδιοτελὲς φρόνημα τοῦ μεγάλου καὶ Πρωτοκορυφαίου αὐτοῦ Ἀποστόλου νὰ ἐμπνέει τοὺς Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ κάθε ἀγωνιζόμενο, ποιμενόμενο χριστιανό.



[1] Βλ. Βασιλείου Ἰωαννίδη, Ὁ μυστικισμὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀθῆναι 21957, σ. 33-35. Μία καλὴ μελέτη ὅπου φαίνεται ἡ ἀσκητικότητα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι αὐτὴ τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καὶ θεοπτία στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ναύπακτος 2011.

[2] Βλ. Γαλ. 1,14.

[3] Βλ. Πράξ. 9,4-20.

[4] Πράξ. 9,15.

[5] Βλ. Γαλ. 1,17.

[6] Βλ. Πράξ. 9,17.

[7] Βλ. Μεγάλου Βασιλείου, ᾿Επιστολὴ 2, Γρηγορίῳ, PG 32, 228ΑΒ.

[8] «Νοῦς μὲν γὰρ μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω, μηδὲ ὑπὸ τῶν αἰσθητηρίων ἐπὶ τὸν κόσμον διαχεόμενος, ἐπάνεισι μὲν πρὸς ἑαυτόν, δι’ ἑαυτοῦ δὲ πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ ἔννοιαν ἀναβαίνει». Μεγάλου Βασιλείου, ᾿Επιστολὴ 2, Γρηγορίῳ, PG 32, 228BC.

[9] Πράξ. 1,1.

[10] Ἀποφθέγματα, Ἀββᾶ Ἀλωνίου 3, PG 65, 133AB.

[11] Βλ. Πράξ. 9,26-30.

[12] Βλ. Γαλ. 1,18-19.

[13] Βλ. Γαλ. 2,2.

[14] Β΄ Κορ. 10,5.

[15] Βλ. Ἑβρ. 13,17.

[16] Ρωμ. 7,22.

[17] Β΄ Κορ. 4,16.

[18] Ρωμ. 8,35-39.

[19] Γαλ. 5,24.

[20] Ρωμ. 7,23.

[21] Α΄ Κορ. 9,27.

[22] Βλ. Α΄ Κορ. 4,11 καὶ Α΄ Κορ. 8,6-14.

[23] Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων Ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, τόμ. 3, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 1335.

[24] Α΄ Κορ. 3,3.

[25] Βλ. Ρωμ. 8,5.

[26] Ρωμ. 8,6.

[27] Βλ. Ρωμ. 8,9.

[28] Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ Βίος, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 71.

[29] Ρωμ. 8,26.

[30] Α΄ Κορ. 12,3.

[31] Γαλ. 4,6.

[32] Βλ. Ἐφεσ. 5,19.

[33] Α΄ Θεσ. 5,16.

[34] Γαλ. 6,14.

[35] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 11, ΕΠΕ, τόμ. 9, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 288-291.

[36] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, PG 150, 452CD.

[37] Α΄ Κορ. 11,27.

[38] Α΄ Κορ. 11,28.

[39] Α΄ Κορ. 11,30.

[40] Β΄ Κορ. 4,6.

[41] Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 2, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος 62003, σ. 41.

[42] Β΄ Κορ. 3,18.

[43] Βλ. Β΄ Κορ. 12,2-4.

[44] Βλ. Ρωμ. 8,15.

[45] Ρωμ. 8,23.

[46] Γαλ. 4,5.

[47] Ἐφεσ. 1,4-5.

[48] «Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι· σοφισθῆναι, καὶ οὕτω σοφίσαι· γενέσθαι φῶς, καὶ φωτίσαι· ἐγγίσαι Θεῷ, καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους· ἁγιασθῆναι, καὶ ἁγιάσαι». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ἀπολογητικὸς τῆς εἰς τὸν Πόντον φυγῆς 2,71, PG 35, 480.

[49] Βλ. Ἐφεσ. 3,16-17.

[50] Γαλ. 4,19.

[51] Βλ. Κολοσ. 1,28.