ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΣ κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2017

 

ρ. Πρωτ.     1353                                                                             ν Κορίνθ τ Ἑορτῇ τῆς κατά

                                                                                                                  σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου 2017    

 

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 24η

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

 

Πρός

τόν ερόν Κλρον, τίς Μοναστικές δελφότητες καί τόν Εσεβ Λαό τς Ἀποστολικῆς μαςερς Μητροπόλεως.

        

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, Χριστιανοί μου εὐλογημένοι καί παμφίλτατοι οἱ περί τήν Κορινθία,

«Ποῦ ἐστιν ὁ Τεχθείς Βασιλεύς;»

(Ματθ. β, 2).

«Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ...»

(Λουκ. β, 15).

 

Ἀ­γω­νι­ῶ­δες ἐ­ρώ­τη­μα τῶν Μά­γων. Μὲ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἠ­ρεύ­νων τὸν «κρα­ται­ὸν Ἄ­να­κτα», «ποῦ ἐ­στιν ὁ τε­χθείς Βα­σι­λεύς;». Ἐ­ρώ­τη­μα σο­βα­ρὸ γιὰ τὴν πρὸ Χρι­στοῦ ἀν­θρω­πό­τη­τα. Ἐ­ρώ­τη­μα πα­ναν­θρώ­πι­νο, ἀ­φοῦ κά­θε ἄν­θρω­πος πο­θεῖ νὰ εὕ­ρῃ τὸν Θε­όν καθώς τὸ πλά­σμα ἀ­να­ζη­τᾶ τὸν Πλά­στη του.

Εἶ­ναι ὅ­μως σήμερα ἐπί­και­ρο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό; Ποῦ ­εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, ποῦ εἶ­ναι ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Θε­ός; Ποῦ θὰ εὕ­ρῃ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος τὸν Χρι­στόν;

Ἡ ἀ­πάν­τη­σις στὸ ἐ­ρώ­τη­μα τῶν Μά­γων δί­δε­ται ἀ­πὸ τήν ἀ­πό­φα­σι τῶν Ποι­μέ­νων: «Δι­έλ­θω­μεν δὴ ἕ­ως Βη­θλε­έμ...». Οἱ «Μά­γοι ἀ­πὸ ἀ­να­το­λῶν», οἱ σο­φοί, οἱ μορ­φω­μέ­νοι, οἱ ἐγ­γράμ­μα­τοι, οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος, οἱ Ἐ­πι­στή­μο­νες λαμ­βά­νουν τὴν ἀ­πάν­τη­σι ἀ­πὸ τοὺς Ποι­μέ­νες, τοὺς ἀ­γραμ­μά­τους, τοὺς κα­τὰ κό­σμον ἀ­μόρ­φω­τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν πό­λε­ων, οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς κα­τοί­κους τῆς ὑ­παί­θρου, τοὺς ἀ­πό­κο­σμους. «Οἱ τοῖς ἄ­στροις λα­τρεύ­ον­τες», οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, οἱ Ἐ­θνι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, τοὺς γνω­ρί­ζον­τες τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό!

Ἄς φέ­ρω­με, λοι­πόν, τὰ γε­γο­νό­τα τῆς Θεί­ας Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως κα­τὰ νοῦν γιὰ νὰ λά­βω­με καὶ ἐ­μεῖς τὴν ἀ­πάν­τη­σι.

Πλη­σί­ον στὸ σπή­λαι­ο, ὅ­που ἐ­γεν­νή­θη ὁ Χρι­στός, ὑ­πῆρ­χε ὁ ἀ­γρὸς τοῦ Βο­όζ, ὅ­που ὁ Πα­τρι­άρ­χης Ἰ­α­κὼβ ἔ­στη­σε τὴν σκη­νή του γιὰ νὰ κλαύ­σῃ τὴν σύ­ζυ­γό του Ρα­χήλ˙ ἐ­κεῖ ἡ Ροὺθ μάζευε ­στά­χυ­α γιά νά παρασκευάσῃ ψωμί καί νὰ θρέ­ψῃ τὴν πε­θε­ρὰν της Νω­ε­μέ˙ ἐ­κεῖ τό παι­δά­ρι­ον Δα­βὶδ ἐ­φύ­λασ­σε τὰ ποί­μνι­α τοῦ πα­τέ­ρα του Ἰ­εσ­σαί.

Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς οἱ Ποι­μέ­νες φυ­λάσ­σον­τες τὰ ποί­μνι­ά τους ἐν μέ­σῳ τῆς νυ­κτὸς ἐ­ξύ­πνη­σαν ἀ­πὸ τοὺς Ἀγ­γε­λι­κοὺς ὕ­μνους. Φῶς λάμ­προ τούς πε­ρι­έ­λου­σε, ἐ­νῷ αὐ­τοὶ κα­τε­λαμ­βά­νον­το ἀ­πὸ εὐ­σε­βῆ φό­βο, ποὺ τὸν ἐ­νί­κη­σε ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ ἐμ­φά­νι­σις μὲ τοὺς λό­γους: «Μὴ φο­βεῖ­σθε˙ ἰ­δοὺ γὰρ εὐ­αγ­γε­λί­ζο­μαι ὑ­μῖν χα­ρὰν με­γά­λην, ἥ­τις ἔ­σται παν­τὶ τῷ λα­ῷ, ὅ­τι ἐ­τέ­χθη ὑ­μῖν σή­με­ρον Σω­τήρ, ὃς ἐ­στι Χρι­στὸς ὁ Κύ­ρι­ος ἐν πό­λει Δα­βὶδ» (Λουκ. β’, 10-11).

«...Καὶ συ­νέ­βη, ὅ­ταν οἱ ἄγ­γε­λοι ἔφυ­γαν ἀπ᾿ αὐ­τοὺς καὶ ἐ­πῆ­γαν εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, τό­τε καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι, δη­λα­δὴ οἱ ποι­μέ­νες, εἶ­πον με­τα­ξύ των˙ ἄς πε­ρά­σω­μεν λοι­πὸν δι­ὰ μέ­σου τῆς πε­δι­ά­δος μέ­χρι τῆς Βη­θλε­ὲμ καὶ ἄς ἴ­δω­μεν αὐ­τό, ποὺ μᾶς εἶ­πεν ὁ ἄγ­γε­λος, ὅ­τι ἔ­γι­νε καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ον μᾶς ἐ­γνω­στο­ποί­η­σεν ὁ Κύ­ρι­ος» (Λουκ. β’, 15).

Τὸ μι­κρὸ παι­δὶ τὸ «ἐ­σπαρ­γα­νω­μέ­νον», ποὺ ἀ­νέ­κει­το στὰ ἄ­χυ­ρα τῆς Φάτ­νης καὶ ἐθερ­μαίνε­το ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τῶν ζώ­ων, εἶ­ναι ὁ Σω­τήρ, ὁ ἐ­πηγ­γελ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀν­θρω­πί­νης ὑ­πάρ­ξε­ως, ὁ προ­κα­τηγ­γελ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Προ­φῆ­τες, ὁ προσ­δο­κώ­με­νος ἀ­πὸ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

Καὶ τὸ «παι­δί­ον» τοῦ­το ἔ­γι­νε ὁ πραγ­μα­τι­κὸς Σω­τή­ρας μας, δι­ὰ τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ώς Του.

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας μας δι­ὰ τῆς δι­δα­σκα­λί­ας Του.

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας μας δι­ὰ τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τός Του.

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας μας δι­ὰ τοῦ Πά­θους Του καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του.

Καί ἡ ἀ­πάν­τη­σις στὸ ἐ­ρώ­τη­μα «Ποῦ ἐστιν ὁ τε­χθείς Βα­σι­λεύς;», ποῦ εἶ­ναι ὁ Θε­ός; Εἶναι: ὅτι ὁ Θε­ὸς εὑ­ρί­σκε­ται στὴν Βη­θλεέ­μ! Ἐ­κεῖ «ἀ­νεῦ­ρον τὴν τε Μα­ρι­ὰμ καὶ τὸν Ἰ­ω­σὴφ καὶ τὸ βρέ­φος…» (Λουκ. β’, 12) οἱ Ποι­μέ­νες, οἱ ἁ­γνοὶ ἄν­θρω­ποι τῆς ὑ­παί­θρου. Ἐ­κεῖ ἀ­νεῦ­ρον τὸ Θεῖ­ον Βρέ­φος καὶ οἱ Μά­γοι. Σο­φοί αὐτοί, ἔν­δο­ξοι, ἄν­θρω­ποι τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ τῶν Γραμ­μά­των «πε­σόν­τες προ­σεκύ­νη­σαν αὐ­τῷ» (Ματθ. β’ 11).

Γίνεται, λοιπόν, ἀντιληπτό ὅτι τόν Θε­ὸν Τόν εὑ­ρί­σκομεν ὅταν ἔχουμε τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν Ποι­μέ­νων καὶ τὴν τα­πεί­νω­σι τῶν Μά­γων. Ποῦ; Στὴν Βη­θλεέ­μ! Ὅ­που «Βη­θλεέ­μ» ἑρ­μη­νεύ­ε­ται «Οἶκος Ἄρ­του», «ἔ­στι δὲ αὕ­τη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν εὑ­ρί­σκε­ται ὁ νο­η­τὸς ἄρ­τος Χρι­στὸς» ἐπεξηγεῖ ὁ Ἁγ. Νι­κόδημος ὁ Ἁ­γιο­ρεί­της. Ὁ ἀ­γρὸς ὅ­που ἡ Ροὺθ μάζευε στάχυα γιὰ νὰ θρέ­ψῃ μέ τόν ἄρτο πού θά παρασκεύαζε ἀπ᾿ αὐτά τὴν πε­θε­ρὰν της Νω­ε­μέ.

Ὁ Θε­ὸς εὑ­ρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης, ὅ­που «ὁ ἄρ­τος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βὰς» (Ἰ­ω.στ’, 51), ὅ­πως δι­ε­κή­ρυ­ξε ὁ Ἴ­διος ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ὅ­πως στὴν συ­νέ­χει­α εἶ­πε: «Ἡ σὰρξ μου ἀ­λη­θῶς ἐστι βρῶ­σις, καὶ τὸ αἷ­μά μου ἀ­λη­θῶς ἐστι πό­σις. Ὁ τρώ­γων μου τὴν σάρ­κα καὶ πί­νων μου τὸ αἷ­μα ἐν ἐ­μοὶ μέ­νει, κἀ­γώ ἐν αὐ­τῷ» (Ἰ­ω. στ’, 55-56).

Πει­νᾶς, ἄν­θρω­πε, τὴν σω­τη­ρί­α σου; Δι­ψᾶς, ἄν­θρω­πε, τὴν λύτρωσί σου ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὰ ἐ­πί­πο­να τῆς ἁ­μαρ­τί­ας; Ἔ­λα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, στὴν «Βη­θλε­έμ». Ἐ­δῶ θὰ γνω­ρί­σῃς τὸν Σω­τῆ­ρα καὶ Λυ­τρω­τὴν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν.

Γνώ­ρι­ζε, ὅ­μως, ὅ­τι ἄν­θρω­ποι ἐ­γω­ϊ­στές, ποὺ ζη­τοῦν νὰ κρί­νουν καὶ νὰ ἀνα­κρί­νουν τὰ πάν­τα καὶ νὰ πο­λυ­πραγ­μο­νοῦν, δὲν μπο­ροῦν νὰ δοῦν τὸν Θε­όν. Ἄν­θρω­ποι ποὺ δου­λεύ­ουν στὰ πά­θη τους δὲν δύ­ναν­ται νὰ δοῦν τὸν Ἅ­γι­ον Θε­όν, ἀ­φοῦ ὁ Ἴ­διος, ὁ Αἰ­ώ­νι­ος Λό­γος τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος Θε­οῦ, ὁ Κυ­ρί­αρ­χος καὶ Κυ­βερ­νή­της τοῦ σύμ­παν­τος, τα­πει­νοῦ­ται καὶ ὑ­πο­τάσ­σε­ται στὴν Ἁ­γί­α Παρ­θέ­νο Μη­τέ­ρα Του καὶ στὸν Δί­και­ο Ἰ­ω­σὴφ καὶ μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά Του δί­δει σὲ μᾶς τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς τα­πει­νώ­σε­ως. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Ἴ­διος, ἀφοῦ ἔζησε ἀ­να­μαρ­τή­τως ἐ­πὶ τῆς γῆς, ὥ­στε μέ παρρησία νὰ λέ­γῃ «Τὶς με ἐ­λέγ­χει πε­ρὶ ἁ­μαρ­τί­ας;» (Ἰ­ω. η’, 46) ἀ­πὸ τοῦ λί­κνου του, ἀ­κό­μη, ἀ­νυ­ψώ­νει τὴν παρ­θε­νί­α καὶ τὴν ἁ­γνό­τη­τα. Ἔ­χει μη­τέ­ρα ἰ­δα­νι­κῆς ἁ­γνό­τη­τος, τὴν Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ὁ τύ­πος καὶ ἡ προ­στά­τις τῶν παρ­θέ­νων. Ἔ­χει πα­ρά­πλευ­ρόν της τὸν τρο­φέ­α Του τὸν Ἰ­ω­σὴφ τύ­πο τῆς σω­φρο­σύ­νης, πι­στὸ προ­στά­τη τῆς Παρ­θέ­νου. Αὐ­τὸς δὲ ὁ Ἴ­διος εἶ­ναι ἡ πη­γὴ τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος.

Τὸ Ἴ­διο Του τὸ Σῶ­μα θὰ δώ­σῃ ὡς τρο­φὴ τῶν ἁ­γνῶν, τῶν σω­φρό­νων καὶ τῶν τα­πει­νῶν στὸ Μυ­στή­ρι­ο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καὶ ὁ Ἴ­διος θὰ δώ­σῃ στοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν δύ­να­μι νὰ κατορθώ­σουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν Ἀγ­γέ­λων, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὸ σπή­λαι­ο τῆς Βη­θλε­έμ, Ἄγ­γε­λοι καὶ ἄν­θρω­ποι, Ἐ­θνι­κοὶ καὶ Ἰ­ου­δαῖ­οι, Μά­γοι μὲ τὰ δῶ­ρα, πλού­σι­οι, γί­νον­ται δε­κτοὶ καὶ Ποι­μέ­νες πτω­χοὶ εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτοι, νέ­οι καὶ γέ­ροι, ἀ­φοῦ κα­ταρ­γεῖ τὸ χά­σμα τῶν ἡ­λι­κι­ῶν καὶ τὴν ἀ­πό­στα­σι τῶν γε­νε­ῶν. Ὅ­λους τούς δέ­χε­ται τὸ Νή­πι­ον τῆς Βη­θλεέ­μ. Ἦλ­θε στὸν κό­σμο «ὁ τῶν ὅ­λων κο­σμή­τωρ» καὶ θὰ ἁ­πλώ­σῃ τὰ ἄ­χραν­τα χέ­ρια Του ἐ­πὶ τοῦ Σταυ­ροῦ, «ἵ­να τὰ τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ τὰ δι­ε­σκορ­πι­σμέ­να συ­να­γά­γῃ εἰς ἕν» (Ἰ­ω. ι­α’, 52) καὶ ὅ­λοι ἐ­μεῖς νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σω­με τὴν Ἁ­γί­αν Του Ἐκ­κλη­σί­αν, νὰ γί­νω­με πι­στὰ τέ­κνα τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καὶ Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τό­τε θὰ χα­ροῦ­με χα­ρὰν με­γά­λην «…. ὅ­τι ἐ­τέ­χθη ὑ­μῖν σή­με­ρον Σω­τὴρ» (Λουκ. β, 11) ἐν Βη­θλεέ­μ τῇ πό­λει.

Αὐ­τῷ ἡ δό­ξα καὶ τὸ κρά­τος εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μήν.

Χρό­νι­α Πολ­λὰ καὶ σω­τή­ρι­α!

 

Διάπυρος πρός Χριστόν Γεννηθέντα εὐχέτης Σας

μετά στοργῆς καί ἀγάπης πολλῆς

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

 

 

Ο ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ