ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΠΛΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΠΛΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Μέ αφορμή το σχετικό Νομοσχέδιο, το οποίο ετοιμάζει η Πολιτεία, τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύς λόγος για την καύση των νεκρών. Επειδή δε πολλοί με ερωτούν για το περίφημο αυτό θέμα είμαι υποχρεωμένος ως Ποιμήν και Επίσκοπος να τοποθετηθώ κατ᾿ αρχήν γενικώς και κατόπιν ειδικώς.

Η καύση των νεκρών είναι γνωστή από των αρχαιοτάτων χρόνων. Την μεταχειρίζόνταν οι Αρχαίοι Ελληνες, οι Ρωμαίοι, κάποιοι λαοί της Αμερικής κ.α. Στους Εβραίους επικρατούσε γενικώς η ταφή, αφού η καύση εθεωρείτο ως ειδωλολατρικό έθιμο και ήταν εν χρήσει μόνο σαν τιμωρία και επίταση της θανατικής ποινής (Λευῒτ. κ’ 14-21). Εκ του λόγου αυτού και από διάφορα ακόμη χωρία της Παλαιάς Διαθήκης και από τις τοποθετήσεις του Ιησού Χριστού καταφαίνεται ότι οι Χριστιανοί δέν αποδέχθηκαν και σεν εφάρμοσαν τήν καύση των νεκρών, επειδή θεωρήθηκε και ήταν ειδωλολατρικό έθιμο και επομένως αντιχριστιανικό. Πρώτη απόδειξη η ταφή του Κυρίου μας. Ο Εκκλησιαστικός συγγραφέας Τερτυλιανός φρονεί ότι η καύση δεν αρμόζει στους Χριστιανούς και χαρακτηρίζει αυτήν ως «απανθρωπίαν», ενώ αντίθετα την ταφή ως «φιλευσπλαγχνίαν».

Στον Δυτικό κόσμο την καύση των νεκρών εισηγήθηκε και αναβίωσε πάλι ο Cambry το 7ο έτος της Γαλλικής Επανάστασης και για πρώτη φορά επετράπη στην χώρα αυτή δια νόμου πού ψηφίσθηκε μόλις το έτος 1887, ενώ ετέθη σε χρήση δια διατάγματος τον Απρίλιο του 1889. Την Γαλλία ακολούθησαν και άλλα κράτη όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Αγγλία και γι᾿ αυτό τον σκοπό ιδρύθησαν αποτεφρωτικοί κλίβανοι (κρεματόρια). Παρ᾿ όλα αυτά όμως δεν επεκράτησε γενικώς το έθιμο της καύσης και εις αυτές τις χώρες για πολλούς λόγους. Η συνήθεια π.χ. ήταν ένας. Άλλος το πολυδάπανο. Θρησκευτικοί, ψυχολογικοί και συναισθηματικοί λόγοι ακόμη επηρέαζαν την αποφασιστικότητα των ανθρώπων κατά του μέτρου αυτού. Η αποδοκιμασία το έτος 1886 από την Ρωμαϊκή έδρα. Ένας ακόμη λόγος ήταν και το ότι από ιατροδικαστικής απόψεως είναι αδύνατη κάθε μεταγενέστερη έρευνα σε πτώματα που απανθρακώθηκαν...

Αυτή είναι εν ολίγοις η ιστορία της καύσης των νεκρών, την οποία οφείλουμε να γνωρίζουμε, αφού το θέμα αυτό επικαιροποιείται γενικώτερα, ενώ καλούμεθα να το αντιμετωπίσουμε και στη χώρα μας μετά από μια δισχιλιετή χριστιανική παράδοση ταφής των νεκρών!!!

Ειδικώτερα: 
Στο βιβλίο των Πράξεων (ζ’, 5) ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας βεβαιώνει ότι «ουκ έδωκεν αυτω (τω Αβραάμ ο Θεός) κληρονομίαν εν αυτή (τη γη Χαναάν) ουδέ βήμα ποδός», του υπεσχέθη σαν κληρονομιά την γην Χαναάν και όμως δεν του έδωκε «ουδέ βήμα ποδός» ως ιδιοκτησία! Απέκτησε ποίμνια πολλά ο Αβραάμ και χρήματα αρκετά, αλλά εστερείτο παντελώς γής. Το μόνο ακίνητο, το οποίο αγοράζει (Γεν. ιγ’, 16-20) είναι ο Τάφος για την σύζυγο του Σάρρα τον οποίο κατόπιν θα χρησιμοποιήσει και γιά τον εαυτό του. Είμαι «πάροικος και παρεπίδημος» (Γεν. ιγ’, 4) ειπε ο Αβραάμ εις τους Χετταίους όταν απέθανε η Σάρρα και έζησε μ᾿ αυτή την νοοτροπία, γιατί οι σκέψεις του ήσαν στραμμένες στον ουρανό και απέβλεπε στη μισθαποδοσία της αιωνιότητας. Η πνευματική αυτή ανύψωση του Πατριάρχη ειναι ελεγχος για κάθε πιστό, ο οποίος οφείλει με αφορμή τον θάνατο των προσφιλών του να συνειδητοποιεί την αλήθεια, ότι είμαστε «οδίται», διαβάτες δηλαδή και όχι μόνιμοι «πολίται» της γης! Γι᾿ αυτό και ενώ ο Αβρααμ δεν ασχολήθηκε με το να κτίσει πόλεις όπως ο Κάϊν (Γεν. δ’,17) και ο Νεβρώδ (Γεν. ι’, 9-10) αντίθετα αγοράζει τάφο για να μένει αυτός ο τάφος ως ένα μνημείο που θα υπενθυμίζει σ᾿ αυτόν, τον γιό του Ισαάκ και τους «οικογενείς αυτού» ότι όλοι τους είναι θνητοί, ότι θα αποθάνουν μία ημέρα και ότι ο τάφος αυτός θα αποτελεί απτή ένδειξη της πίστης του στην ανάσταση των νεκρών και την μετά θάνατο ζωή. Επιθυμούσε δηλαδή και περίμενε αυτός την ουράνια πόλη και πατρίδα της οποίας «τεχνίτης και δημιουργός» είναι ο Θεός (Εβρ. ια’, 10). Έτσι ο ιερός Χρυσόστομος γράφει: «Με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών επεριφρονούσε τα παρόντα και με την προσδοκία των μεγαλυτέρων εφρόντισε ολιγώτερο για τα πράγματα της παρούσης ζωής. Και αυτά συνέβαιναν πριν από τον Μωσαϊκό νόμο και πριν από την χάρι του Χριστού».

Άξιο ακόμη προσοχής είναι και το ότι στην Καινή Διαθήκη ο Θεός ο οποίος έλαβε πρόνοια για την εξεύρεση τάφου εις τον Αβραάμ οικονομεί με θαυμαστό τρόπο και τα αφορώντα στην Ταφή του ενανθρωπήσαντος και υπερ ημών σταυρωθέντος και ΤΑΦΕΝΤΟΣ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ενώ όλοι έχουν αφήσει έρημο και μοναχό τον Ιησού κατά την ώραν του σταυρικού Του μαρτυρίου, μόλις απέθανε, αμέσως η θεια πρόνοια παρουσιάζει τον βουλευτή Ιωσήφ και τον κρυφό μαθητή Του Νικόδημο, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι μαζί με τις Μυροφόρους Γυναίκες θα εφρόντιζαν ευλαβικά για την Ταφή του Αγίου Του Σώματος εις τον «καινόν τάφον».

Τα δύο αυτα περιστατικά από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη όπως και οι λόγοι του Θεού: «γη ει και εις γην απελέυση» (Γεν γ’, 19) αλλά και η διδασκαλια του Ιησού «απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη» (Λουκ. ιστ’,22) της παραβολής του «πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου», ενώ θα μπορούσε να μην ειπωθεί το «ετάφη», χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο, επιβάλλουν την Ταφή των νεκρών γιά μας τους Χριστιανούς προς διαρκή υπενθύμιση των λόγων του θείου Παύλου τού Ιδρυτού της Εκκλησίας μας: «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά και την μέλλουσαν επιζητούμεν» όταν έγραφε στους Εβραίους (Εβρ. ιγ’, 14), η όταν έγραφε σ᾿ εμάς τους Κορινθίους «οτι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τις γραφές και ότι ετάφη, και ότι εγήρεται τη Τρίτη ημέρα... (Α’ Κορ. ιε’, 3-4) ... απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο... (ιε, 20)... σαλπίσει γαρ και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι...» (ιε’,52), ενώ μνημειώδης είναι και η ωραιότατη Προφητεία του Ιεζεκιήλ (λζ’, 1-14) περί «των οστών των ξηρών», τα οποία φυλάσσονται και κατά την δευτέρα παρουσία θα ακούσουν την φωνή του Χριστού ο οποίος θα πει, τα οστά να λάβουν σάρκα και μύες και να αναστηθούν, η οποία αναγινώσκεται εις τον Ορθρο του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, αμέσως μετά την επιστροφή της πομπής από την περιφορά του Επιταφίου.

Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι πολλών Χριστιανών μαρτύρων τα σώματα κάηκαν ή κατεστράφηκαν από τους διώκτες τους, «ίνα» κατά την γνώμη των διωκτών τους «μη εχωσιν ελπίδα αναστάσεως», πράγμα το οποίο δεν ισχύει αφού τίποτε εις τον Θεό δεν αδυνατεί. Πλην όμως η ταφή των νεκρών μαρτυρεί ελπίδα αναστάσεως και αυτό έστω και αρνητικά αναγνωρίζεται ακόμα και από τους διώκτες της πίστεως. Αλλωστε η επικρατήσασα αυτή αρχαία συνήθεια της ταφής των νεκρών επλούτισε τον χριστιανικό κόσμο, εκτός των άλλων, και με τα άγια λείψανα των αθλητων της Πίστεως μας, όπως του Κορινθιακής καταγωγής Αγ. Γερασίμου ή του Οσίου Παταπίου στο Λουτράκι κ.α. για να αποτελούν αυτά μνήμη αναστάσεως και πηγή χάριτος και αγιασμού των αγωνιζομένων Χριστιανών.

Πρακτικά:

Η Εκκλησία μας καλως πράττει, συμφώνως με την διδασκαλία της, και ακολουθείτην παράδοση της ταφής των νεκρών σεβόμενη, τιμώσα και κηδεύουσα (κηδεύω σημαίνει φροντίζω, σέβομαι και τιμώ το άψυχο και νεκρό σκήνωμα του προσφιλούς μου) το σώμα ως ναόν «του εν ημίν Αγίου Πνεύματος» (πρβλ. Α’ Κορ. στ’, 19) και ονομάζουσα τα «νεκροταφεία» Κοιμητήρια απ᾿ όπου «οι νεκροί εγερθήσονται». Ως εκ τούτου όποιος ζη και αποθνήσκει «επ᾿ ελπίδι αναστάσεως» δεν είναι δυνατόν να αφήνει έγγραφη επιθυμία για την καύση του σωματός του. Οποιος είναι άλλης πίστεως (αλλόπιστος) η αποκομμένος με την θέληση του από την Εκκλησία, ως άθεος, ας επιλέξει κατά βούληση. Οφείλει όμως να γνωρίζει η Πολιτεία ότι δεν μπορεί να ασεβεί στα θέσμια της Εκκλησίας και με την νομοθεσία της να προκαλεί διάσπαση της μιάς και απαραβίαστης Ορθόδοξης πίστης μας και να διχάζει με τους «μοντερνισμούς» της το Ποίμνιο της Εκκλησίας όπως και το να βάζει το πλήρωμα της Εκκλησίας να αντιμάχεται με τους αλλόθρησκους και αλλόπιστους οι οποίοι δικαιούνται να έχουν τον τρόπο της αποϋλοποίησης τους κατά την πίστη, την συνείδηση και την νοοτροπία τους. Αλλά και οι υπεύθυνοι των Δήμων πρέπει να καταλάβουν ότι οι προσοδοφόροι για τα ταμεία τους αποτεφρωτικοί κλίβανοι, δηλαδή ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΑ (με ο,τι υπενθυμίζει η λέξη), δεν δύνανται να εγκατασταθούν στα ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ.

Εκεί όπου υψώνωνται οι Σταυροί, τα σύμβολα νίκης κατά του θανάτου, και οι νεκροί μας αναπαύονται εστραμμένοι προς ανατολάς, απ᾿ όπου το Φως και όπου η πρώτη πατρίδα, με την ελπίδα της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ πρέπει να υπάρχει ηρεμία και γαλήνη και σεβασμός της επιθυμίας τους τουλάχιστον από τους «αρμοδίους».